Σε μια κορφή πάνω από το χωριό υπάρχουν δύο μεγάλες κεραίες κινητής τηλεφωνίας. Όταν μια από τις δύο τις χτυπήσει κεραυνός, πράγμα καθόλου ασυνήθιστο ετούτον τον σκληρό χειμώνα με το άστατο καλοκαίρι, τα μισά τηλέφωνα χάνουν το σήμα τους και όσοι γείτονες έχουν να κάνουν κάποιο επείγον τηλεφώνημα αρχίζουν και χτυπούν τις πόρτες ρωτώντας, μέχρι να βρουν ποια εταιρία και ποια συσκευή λειτουργεί. Έχει ενδιαφέρον αυτή η, έστω και εξ ανάγκης, πρόσκαιρη κοινοκτημοσύνη της πιο ατομιστικής συσκευής που έχει εφεύρει η ανθρωπότητα.

Εδώ οι άνθρωποι αγαπούν την προσωπικότητα αλλά σιχαίνονται τον ατομισμό. Στο χωράφι από τη μεριά της πίσω βεράντας μας, δίπλα στο ρυάκι του χωριού, υπήρχαν δυο πλατάνια τόσο παλιά που οι κορφές τους το χειμώνα χαϊδευαν σχεδόν τα σύννεφα, και η πελώρια σκιά τους το καλοκαίρι ήταν όαση πραγματική για τους κουρασμένους από την πεζοπορία βοσκούς. Ο γείτονας μας ο Παντελής, που δεν τον λες κακό άνθρωπο αλλά σίγουρα τον λες βλάκα, πήγε πριν μερικούς μήνες και έβαλε φωτιά να κάψει τα ξερόχορτα στο χωράφι που νομίζει πως του ανήκει, ακριβώς κάτω από τα αιωνόβια δέντρα. Μία σπίθα ξέφυγε, το ένα πλατάνι έγινε παρανάλωμα, και το δεύτερο σώθηκε την τελευταία στιγμή από την πυροσβεστική. Για τιμωρία, το χωριό καταδίκασε τον Παντελή να μην ξαναδηλώσει αγρότης και να μην ξανασχοληθεί με οποιαδήποτε αγροτική εργασία. Τον βλέπω καμιά φορά να κατεβαίνει μετανιωμένος, να χουφτίζει και να φιλάει με ευλάβεια το καμμένο χώμα, με την ελπίδα ότι κάποιο δέντρο θα ξαναφυτρώσει σύντομα εκεί. Δεν τον συγχωρώ. Ξέρω πως στην πραγματικότητα το χωράφι, όλα τα χωράφια, ανήκουν στα πλατάνια τους, κι εμείς οι άνθρωποι δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να τα πειράζουμε.

Στη χώρα, όπου οι ανθρώπινες σχέσεις είναι πιο περίπλοκες και συχνά κινούμαστε ξένοι μεταξύ ξένων, μπορείς να είσαι ο,τι δηλώσεις. Σχεδιαστής μόδας χωρίς να έχεις δει ποτέ σου ραπτομηχανή, ζωγράφος χωρίς να κατέχεις έστω τη στοιχειώδη αισθητική, αγρότης χωρίς να έχεις πότε σου πιάσει χώμα, μουσικός χωρίς να μπορείς να παίξεις ούτε μία σωστή νότα. Εδώ, η δήλωση της κάθε ενασχόλησης είναι σημαντικό γεγονός στη ζωή ενός ανθρώπου: μαζεύεται όλο το χωριό σαν σε γιορτή στην πλατεία και ρωτάει, αστειεύεται, εξετάζει με προσοχή τα πεπραγμένα και τις ικανότητές σου. Αν σε βρει λειψό ή ψεύτη, σε αναγκάζει να μετανοήσεις ή να φύγεις. Έτσι, οι περισσότεροι άνθρωποι φροντίζουν, προτού μιλήσουν, να έχουν καλλιεργήσει σε κάποιο ικανοποιητικό βαθμό την ικανότητα που τους ενδιαφέρει.

Όταν πρωτοήρθα, και δήλωσα με αυτή την αφέλεια της πόλης πως είμαι συνθέτης και μουσικός, πέρασα κι εγώ από αυτή την ιδιότυπη διαδικασία. Έστησαν μεγάλα ηχεία στην πλατεία που έπαιζαν τις ηχογραφήσεις μου, και οι ντόπιοι πίνοντας κρασί άφθονο τις άκουγαν για ώρες ολόκληρες, άλλοτε χορεύοντας και άλλοτε με προβληματισμό και κατάνυξη· μόλις βράδιασε, ο Γιώργης, ο ηχολήπτης που μένει στην ανατολική γειτονιά, μου έστησε ένα ηχοσύστημα που καλύτερό του δεν έχω ξαναπαίξει, και παρουσίασα μια δίωρη, απαιτητική συναυλία που έκλεισε με ένα ευγενικό χειροκρότημα· ακολούθησε μια μεγάλη, χαλαρή και κάπου κάπου διασκεδαστική κουβέντα περι μουσικών ρευμάτων, γούστου και συνολικής καλλιτεχνικής αισθητικής. Λίγο πριν αποχαιρετηθούμε και πάμε για ύπνο, σηκώθηκε το Σοφάκι, η κορούλα του κυρ-Κωστή, που λένε πως έχει το καλύτερο αυτί στο χωριό, και μου ανακοίνωσε με επίσημο ύφος πως χρειάζομαι ακόμα πολλή δουλειά· από τότε, τρέχω και ταξιδεύω στην Αθήνα και πάω σε σεμινάρια και μιλάω σε ανθρώπους και δασκάλους και τους συμβουλεύομαι και προσπαθώ να μάθω και να γίνω καλύτερος.

Αυτά τα κείμενα τα κρατάω ακόμα μυστικά, γιατί αν μάθει το χωριό πως καμώνομαι και τον συγγραφέα θα με πάρει και θα με σηκώσει. Και γενικεύω και σκέφτομαι πως μυστικά χτίζουμε από μικροί μέσα μας και σιγά σιγά τα γιγαντώνουμε και τα κάνουμε κόμπο και μας δυσκολεύουν στη ζωή μας και στις σχέσεις μας και μας κάνουν δυστυχισμένους. Προσπαθώ χρόνια να ξεμπερδέψω τα δικά μου, και, όσο ατελής και αν είμαι, να βοηθήσω τους άλλους ανθρώπους με τα δικά τους. Ίσως όταν γίνω καλύτερος μουσικός, ή καλύτερος συγγραφέας, τα καταφέρνω περισσότερο. Και πάντως, όταν ξεμείνουμε από κόμπους, δε θα έχουμε κανέναν λόγο να καίμε πλατάνια.