Κι ότι χτες μου έλεγαν στο καφενείο ότι εδώ δε θα βρέξει. Βρέχει μόνο στο Ηράκλειο, λένε, επειδή εκεί είναι κακοί οι ανθρώποι και δεν αγαπούνε τη φύση και ραντίζουνε τα χωράφια τους με ποταμούς φάρμακα, κι αυτά μετά πάνε στον ουρανό και γαργαλούνε τα σύννεφα κι αυτά θυμώνουν και αστράφτουν και μπουμπουνίζουν και καταστρέφουν τις καλλιέργειες.

Ο γείτονας μας ο Νικολής, που μένει προς την πλατεία, έβαλε καυστήρα πετρελαίου πριν μερικούς μήνες για να ζεσταθεί. Κι όμως με τον φετινό χειμώνα το πετρέλαιο που υπολόγιζε το έχει ήδη κάψει δυο και τρεις φορές, κι αναρωτιέμαι αν του έχει μείνει καθόλου να κάψει πια ή θα τουρτουρίζει ο άνθρωπος κάτω από τα σκεπάσματα. Είναι πολύ ακριβό το πετρέλαιο, γιατί πρέπει η χώρα να σωθεί πάσει θυσία, όπως λένε στην τηλεόραση, κι ας χαθούν μερικοί κάτοικοί της στη διαδρομή.

Εμείς έχουμε βάλει μια τεράστια σόμπα με πέλλετ, που όταν την ανάβουμε δυνατά βγάζει μια τεράστια φλόγα και κάνει το σπίτι καμίνι πραγματικό. Η Δανάη στην αρχή τη φοβόταν, τώρα νομίζω πως την έχει συνηθίσει. Όμως το τελευταίο σακί κάναμε το λάθος και το κάψαμε προχτές νομίζοντας πως ο χειμώνας είχε τελειώσει οριστικά. Το βράδυ, που ο Μάης ξανάγινε Μάρτης, παγώσαμε κι αναγκαστήκαμε να στρώσουμε το πάπλωμα. Καταλάβαμε πως είχαμε παραγγείλει λάθος μέγεθος και μετά βίας καλύπτει το κρεβάτι. Δεν πειράζει, καλά να είμαστε και του χρόνου θα τα υπολογίσουμε καλύτερα.

Η κυρά Σταυρούλα, που μένει δυο τρία σπίτια πιο κάτω, είναι σίγουρη πως για τη βροχή φταίει η Αϊσα, που ήρθε πρόσφατα στο χωριό και από τότε όλα πάνε κατά διαόλου. Δεν την πολυσυμπαθώ την κυρά Σταυρούλα. Ολημερίς κι οληνυχτίς έχει αναμμένη την τηλεόραση κι αυτό το καταραμένο μηχάνημα της έχει ποτίσει το μυαλό με τόσο μίσος που κάθε που ανοίγει το στόμα της νομίζεις πως ξεχείλισε κάποιος οχετός και ψάχνεις ενστικτωδώς να βρείς τρόπο να τον μαζέψεις.

Η Αϊσα, από την άλλη, είναι πανέμορφη. Έχει μαύρα σαν το κάρβουνο, μακριά μαλλία, που της αρέσει να τα στολίζει με πολύχρωμα λουλούδια, διαφορετικά κάθε πρωί, και κατάμαυρα μάτια που είναι καθαρά σαν το κρύσταλλο κι όταν σε κοιτούν νιώθεις αναγκασμένος να χαμηλώσεις το βλέμμα για να μην τα αντιμετωπίσεις. Κάθε που βρέχει, βγαίνει στο ταρατσάκι και λέει με υπέροχη φωνή τραγούδια της μακρινής πατρίδας της, κι όπως η φωνή ανακατεύεται με τον άνεμο, ακόμα και στις πέρα ρούγες του χωριού μπορείς να αισθανθείς μια γλυκιά, ερωτική μελαγχολία.

Η κυρά Σταυρούλα και οι φιλενάδες της κάθε που ακούνε το τραγούδι λένε πως η Αϊσα είναι μάγισσα, που την έστειλαν οι εχθροί της Ελλάδας για να μας καταστρέψει από τα μέσα. Εγώ πάλι, που δεν έχω τηλεόραση, ξέρω πως δε χρειαζόμαστε βοήθεια για να καταστραφούμε. Η Αϊσα μου είπε πως είχε στην πατρίδα της μια σύντροφο, πανέμορφη σαν κι αυτήν, λίγο νεότερη και κατάξανθη, και όταν ο μεγάλος πόλεμος τους χτύπησε την πόρτα αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τα πάντα και να περάσουν στην Ευρώπη. Το σκάφος που τους πούλησε ο διακινητής ήταν σάπιο κι έμπαζε νερά, και με την πρώτη φουρτούνα πήγε στον πάτο, παίρνοντας μαζί με την κοπέλα της Αϊσα και άλλες δώδεκα ζωές, κάπου ανοιχτά της Μυτιλήνης. Η Αϊσα πιστεύει πως είναι ακόμα κάπου εκεί έξω, και κάθε που βρέχει τραγουδάει μήπως και πάρει ο άνεμος τη φωνή της, την ανακατέψει με το νερό, την ταξιδέψει στη θάλασσα και την φέρει ξανά κοντά της. Ελπίζω κάποια μέρα να τα καταφέρει.

Σκέφτομαι πάντως πως τελικά συμφωνώ με τους ανθρώπους στο καφενείο. Η βροχή έρχεται επειδή οι άνθρωποι στο Ηράκλειο είναι κακοί. Όχι όμως επειδή δεν αγαπούνε τη φύση και ραντίζουνε τα χωράφια τους με ποταμούς φάρμακα, κι αυτά μετά πάνε στον ουρανό και γαργαλούνε τα σύννεφα κι αυτά θυμώνουν και αστράφτουν και μπουμπουνίζουν και καταστρέφουν τις καλλιέργειες. Κάνουν άλλα πολλά, πολύ χειρότερα, αλλά αυτά θα σας τα εξηγήσω από κοντά.